Θέματα:Φαραγγι Ενιπέας - Νεοχώρι Δομοκού (Όθρυς). Φαραγγι Βουραϊκός. Φαράγγι Ασωπός .Νεοχώρι Δομοκού Φθ/δας- Ιστορικές διαδρομές.Μονοπάτια του Καλλιδρόμου. Ορειβατικά μονοπάτια Δήμου Λαμιέων Δ.Δ. Δίβρης. Φαράγγι του Ορλιά κοντά στο Δίο (Όλυμπος). Μετέωρα.Υδροηλεκτρικά (Πύργου Υπάτης).Κούβελος-μονοπάτι των Σιδηροδρομικών. Λίμνη Πλαστήρα. οι δρόμοι του τσαγιού. Εναλλακτικές καλλιέργειες. Νεοχωρι -Παναγια- Κιτιός
Τετάρτη 6 Μαΐου 2009
Ποιό ήταν το τσοπανούδι από το Νεοχώρι;
Γράφει ο Γιάννης Μπούρχας ανάμεσα στ’άλλα για το ιστορικό της Εθνικής Αντίστασης ΄΄Τα χωριά της Ανατολικής Φθιώτιδας στην Αντίσταση 1941-1944 και 1946-1950΄΄
Για την πραγματοποίηση του τρίτου σκοπού της σύλληψης και δολοφονίας του Ιταλοπροδότη Ντζώρτζη. Ο σύνδεσμος που τους βρήκε στο βάλτο της (Μύρπης) Ανθήλης τους έφερε την ευχάριστη είδηση πως ο Ντζώρτζης ήταν στο Αυλάκι και κατά πάσα πιθανότητα θα 'μενε και το βράδυ. Εκεί το κατάλυμα ήταν πια γνωστό στο σπίτι του παπά Γιαννόπουλου. Μόλις έμαθαν την είδηση από το σύνδεσμο άρχισαν να τρίβουν τα χέρια τους. Ο Κατσικονούρης και ο Παριανός είπαν στους άλλους «γερό μεζέ έχουμε το βράδυ παιδιά, πρέπει να τον πιάσουμε, τον έχουμε στη φάκα τον τυφλοπόντικα. Αν τον πετύχουμε συναγωνιστές και τον συλλάβουμε θα γλιτώσουμε πολλούς δικούς μας από τις καταδώσεις που κάνει στους Ιταλούς τώρα πιστά τόσον καιρό». Για να μάθουν όμως αν πράγματι έμεινε εκείνο το βράδυ στο χωριό στο γνωστό στέκι έστειλαν ένα τσοπανούδι που φύλαγε τα πρόβατα του Ηλία Καλλιώρα να πάει δήθεν να πάρει ψωμί ισχυριζόμενο πως του το 'φαγαν τα σκυλιά και έμεινε νηστικό. Για να μην κινήσει την υποψία αυτός ο τσοπανάκος δεν ήταν άλλος αλλά ο πανέξυπνος Αργύρης Καρασαντές από το Νεοχώρι Δομοκού που όταν ξερογιάστηκε τέλη Οκτωβρίου το 1942, δηλαδή την ίδια χρονιά το παράτησε το τσοπανιλίκι και έτρεξε να καταταγεί στην ανταρτοομάδα. Ήταν πιστός, καλός και πολύ φιλότιμος αγωνιστής. Υπηρέτησε πιστά την εθνική αντίσταση τόσο την πρώτη 1941-45 όσο και στο δημοκρατικό στρατό. Αυτός ανύποπτος αφού πήρε ψωμί και τυρί πέρασε από το σπίτι του παπά, είδε το Ντζώρτζη να σουλατσάρει στην αυλή του σπιτιού με την κουμπούρα και έφυγε ολοταχώς να πάει το χαμπέρι στην ομάδα που περίμενε με αγωνία λίγο έξω απ' το χωριό. Έφτασε, τους είπε τα καθέκαστα, τους έδωσε και το ψωμοτύρι να κολατσίσουν και αφού άφησαν να ησυχάσει ο κόσμος τέσσερις απ' την ομάδα ο Κατσικονούρης, ο Παριανός, ο Ζαΐμης και ο Μπέγνης μπήκαν στο χωριό με προφύλαξη, έφτασαν στο σπίτι του παπά, κάθισαν οι δυο απ' έξω για κάθε ενδεχόμενο και ο Κατσικονούρης με το Ζαΐμη μπήκαν μέσα, ακινητοποίησαν την οικογένεια και αστραπιαία μπήκαν στο δωμάτιο που κοιμόταν ο Ντζώρτζης τον βρήκαν στο πρωτούπνι, τον εκτέλεσαν αμέσως χωρίς διαδικασία, άρπαξαν την κουμπούρα και τα χαρτιά που είχε στις τσέπες του και του κόλλησαν ένα σημείωμα που έγραφε: πως οι προδότες έτσι τιμωρούνται από τους αγωνιστές της λευτεριάς.
Σάββατο 25 Απριλίου 2009
Ιστορικές Διαδρομές-Νεοχώρι Δομοκού
H εξέγερση στον Παλαμά Δομοκού και η συμμετοχή των Νεοχωριτών στον απελευθερωτικό αγώνα κατά των Οθωμανών.
Είναι γνωστά τα ονόματα που πήραν μέρος ως πρόκριτοι και απλοί κάτοικοι στη συγκρότηση της προσωρινής διοίκησης του επαναστατικού σώματος στο χωριό Παλαμά, μέσα στην Εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στις 7 Μαρτίου 1878.
Τα ονόματα αυτά ήταν: Δημήτριος Γ. Κόκκινος, Α. Καραμπότσης, Χρήστος Κυρίτσης, Φύλος Χριστοδούλου, Δ. Ζαχαρής, Ανδρέας Νικολάου και Ελευθέριος Αθανασίου. Αρκετά από τα ονόματα αυτά, καταγόταν από το Νεοχώρι.
Ορκίστηκαν να αγωνιστούν υπέρ της πατρίδας, ύψωσαν το λάβαρο της ελευθερίας και κήρυξαν την επανάσταση. Το επαναστατικό αυτό σώμα των ντόπιων έφτασε να αριθμεί τους χιλίους άνδρες και αργότερα περί τους δύο χιλιάδες, με πολλές μάχες στη περιοχή του Δομοκού. Αποκορύφωμα ήταν η μάχη της Ματαράγκας της Καρδίτσας. Οι Τούρκοι δεν μπόρεσαν να απομακρύνουν τους Επαναστάτες από τη γύρω περιοχή. Κράτησαν αναμμένη τη φλόγα της αγωνιστικότητας στην Επαναστατημένη Θεσσαλία.
Στο χωριό παρέμειναν οι επαναστάτες μέχρι που η διοικητική επιτροπή και οι προϊστάμενοί τους προσκλήθηκαν στο Θραψίμι της Καρδίτσας για να παραστούν στις διαπραγματεύσεις με τους πρόξενους της Αγγλίας. Οι οποίοι ανέλαβαν μεσολαβητικό ρόλο για την καταστολή της επανάστασης και τη χορήγηση της γενικής αμνηστίας. Οι επαναστάτες μην έχοντας και άλλη λύση αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Η επανάσταση ενόψει των υποσχέσεων έσβησε. Είναι όμως βέβαιο ότι ο ξεσηκωμός της περιοχής Δομοκού –Φαρσάλων που ξεκίνησε από το χωριό Παλαμά και γενικότερα το κίνημα των αλύτρωτων Θεσσαλών είχε μεγάλη σημασία.
Πράγματι ύστερα από τρεις μήνες Ιούλιος 1878 με την συνθήκη του Βερολίνου αποφασίστηκε η προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα. Η οριστική συμφωνία επιτεύχθηκε έπειτα από τρία χρόνια ( Ιούλιος 1881 με τη σύμβαση της Κωνσταντινούπολης) δέχτηκε η Πύλη να παραχωρήσει στην Ελλάδα τη νοτιοανατολική Ήπειρο και τη Θεσσαλία πλην του Διαμερίσματος της Ελασσόνας. Έτσι η περιοχή μας έμεινε ελεύθερη μετά από 430 χρόνια περίπου σκλαβιάς στους Τούρκους.
Βιβλιογραφία: 1) Χρονικά Επαρχίας Δομοκού , έκδοση λαογραφικού ομίλου Δομοκού 1982 του Λεων. Γ. Γαλλή τεύχος β΄
2) Εφημερίδα Ευνομία.3) Από το βιβλίο ιστορικές μνήμες της Φθιώτιδας (1821 έως σήμερα) Αθανασίου Π. Μόσχου Φιλολόγου εκδόσεις Ιεράς Μητρόπολης Φθιώτιδας 2000.
Είναι γνωστά τα ονόματα που πήραν μέρος ως πρόκριτοι και απλοί κάτοικοι στη συγκρότηση της προσωρινής διοίκησης του επαναστατικού σώματος στο χωριό Παλαμά, μέσα στην Εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στις 7 Μαρτίου 1878.
Τα ονόματα αυτά ήταν: Δημήτριος Γ. Κόκκινος, Α. Καραμπότσης, Χρήστος Κυρίτσης, Φύλος Χριστοδούλου, Δ. Ζαχαρής, Ανδρέας Νικολάου και Ελευθέριος Αθανασίου. Αρκετά από τα ονόματα αυτά, καταγόταν από το Νεοχώρι.
Ορκίστηκαν να αγωνιστούν υπέρ της πατρίδας, ύψωσαν το λάβαρο της ελευθερίας και κήρυξαν την επανάσταση. Το επαναστατικό αυτό σώμα των ντόπιων έφτασε να αριθμεί τους χιλίους άνδρες και αργότερα περί τους δύο χιλιάδες, με πολλές μάχες στη περιοχή του Δομοκού. Αποκορύφωμα ήταν η μάχη της Ματαράγκας της Καρδίτσας. Οι Τούρκοι δεν μπόρεσαν να απομακρύνουν τους Επαναστάτες από τη γύρω περιοχή. Κράτησαν αναμμένη τη φλόγα της αγωνιστικότητας στην Επαναστατημένη Θεσσαλία.
Στο χωριό παρέμειναν οι επαναστάτες μέχρι που η διοικητική επιτροπή και οι προϊστάμενοί τους προσκλήθηκαν στο Θραψίμι της Καρδίτσας για να παραστούν στις διαπραγματεύσεις με τους πρόξενους της Αγγλίας. Οι οποίοι ανέλαβαν μεσολαβητικό ρόλο για την καταστολή της επανάστασης και τη χορήγηση της γενικής αμνηστίας. Οι επαναστάτες μην έχοντας και άλλη λύση αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Η επανάσταση ενόψει των υποσχέσεων έσβησε. Είναι όμως βέβαιο ότι ο ξεσηκωμός της περιοχής Δομοκού –Φαρσάλων που ξεκίνησε από το χωριό Παλαμά και γενικότερα το κίνημα των αλύτρωτων Θεσσαλών είχε μεγάλη σημασία.
Πράγματι ύστερα από τρεις μήνες Ιούλιος 1878 με την συνθήκη του Βερολίνου αποφασίστηκε η προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα. Η οριστική συμφωνία επιτεύχθηκε έπειτα από τρία χρόνια ( Ιούλιος 1881 με τη σύμβαση της Κωνσταντινούπολης) δέχτηκε η Πύλη να παραχωρήσει στην Ελλάδα τη νοτιοανατολική Ήπειρο και τη Θεσσαλία πλην του Διαμερίσματος της Ελασσόνας. Έτσι η περιοχή μας έμεινε ελεύθερη μετά από 430 χρόνια περίπου σκλαβιάς στους Τούρκους.
Βιβλιογραφία: 1) Χρονικά Επαρχίας Δομοκού , έκδοση λαογραφικού ομίλου Δομοκού 1982 του Λεων. Γ. Γαλλή τεύχος β΄
2) Εφημερίδα Ευνομία.3) Από το βιβλίο ιστορικές μνήμες της Φθιώτιδας (1821 έως σήμερα) Αθανασίου Π. Μόσχου Φιλολόγου εκδόσεις Ιεράς Μητρόπολης Φθιώτιδας 2000.
Πέμπτη 16 Απριλίου 2009
Ιστορικές Διαδρομές-Νεοχώρι Δομοκού
4.Ο απελευθερωτικός αγώνας τα έτη 1876-1878
Ήταν ο τελευταίος απελευθερωτικός αγώνας στην περιοχή Δομοκού, που υπαγόρευσαν οι συγκυρίες της εποχής εκείνης. Τα αντάρτικα σώματα της ελεύθερης και υπόδουλης πατρίδας κινήθηκαν, με καλύτερη, αυτή τη φορά, προετοιμασία, αρτιότερη οργάνωση και προσεκτικότερο συντονισμό ενεργειών, ώστε ν’ αποφευχθούν οι αποτυχίες του παρελθόντος.
Μεγάλη επαναστατική δραστηριότητα παρουσίασαν τα λεγόμενα καπετανάτα. Σημαντικό ήταν το καπετανάτο στο Νεοχώρι και στην Ανάβρα (Γούρα) που διοικούνταν: 1) από τον ιερέα του Νεοχωρίου Παπαδημήτρη Κανάκη, 2) το Βασίλη Κόκκινο από την Ομβριακή, 3) το Δημήτρη Αβαρτσιώτη ή Γουρνά από τη Μελιταία, και με γραμματέα το Δημήτρη Μάμμο από το Δομοκό. Ο ρόλος της τριμελούς επαναστατικής επιτροπής ήταν πολιτικός και στρατιωτικός, αλλά και συγχρόνως και συντονιστικός.
Έγιναν σπουδαίες μάχες στη θέση Στενά Λιθάρια έξω από το Δομοκό, την Ομβριακή και αλλού, απ’ όπου εξεδιώχθησαν οι Τούρκοι.
Ο οπλαρχηγός Φούντας, έβαλε φωτιά στο χωριό Πασαλί, κοντά στην Αγόριανη. Ένα επαναστατικό σώμα, όμως, εγκλωβίστηκε από τους Τούρκους, στη Βαρδαλή και οι ηρωικοί εκείνοι άντρες μη βρίσκοντας άλλον τρόπο διαφυγής, αντί να παραδοθούν, προτίμησαν να σκοτωθούν πολεμώντας.
Η δραστηριότητα εκείνη των επαναστατικών σωμάτων στην Ήπειρο, Θεσσαλία και Μακεδονία σε συνδυασμό και μ’ εκείνη του τακτικού στρατού με αρχηγό το Σκαρλάτο Σούτσο, που εισέβαλε στη Θεσσαλία στις 21 Ιανουαρίου 1878, ασφαλώς προκάλεσε το ευνοϊκό υπέρ της Ελλάδας και των υποδούλων κλίμα.
Στο ιστορικό χωριό Παλαμάς Δομοκού, πραγματοποιήθηκε στις 7 Μαρτίου 1878, μεγάλη σύναξη επαναστατών- πολεμιστών στο χώρο της εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου. Ύψωσαν την ελληνική σημαία, ορκίστηκαν με σύνθημα: Ελευθερία ή θάνατος, κήρυξαν την επανάσταση εναντίον των Τούρκων, όρισαν επταμελή επαναστατική επιτροπή και συνέταξαν προκήρυξη προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, εκλέγοντας Προσωρινή Διοίκηση της επαρχίας Δομοκού.
Η Πολιτεία για να τιμήσει, έστω και αργά, με τη συνεργασία των τοπικών συλλόγων κι άλλων παραγόντων, ως εκπλήρωση εθνικού χρέους, προέβη στην ανέγερση ανάλογου και αντάξιου προς την ηρωική πράξη, μνημείου στον ιστορικό αυτό χώρο, που φωτίζει και διαιωνίζει το υψηλό νόημα των αγώνων του έθνους για την κατάκτηση και τη διατήρηση της ελευθερίας του.
Το ευνοϊκό υπέρ της Ελλάδας και των υποδούλων κλίμα υλοποιήθηκε με τη σύγκληση συνεδρίου στο Βερολίνο των Μεγάλων Δυνάμεων υπό τον καγκελάριο Βίσμαρκ τον Ιούνιο του 1878. Το Συνέδριο του Βερολίνου (1878), ανέτρεψε τις ρυθμίσεις που προβλέπονταν στη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (Φεβρουάριος 1878), και περιόρισε τα σύνορα της Βουλγαρίας. Δυστυχώς η Μακεδονία, η Θράκη και η Ήπειρος παρέμειναν στην Τουρκία.
Η Θεσσαλία, (συνεπώς και η επαρχία Δομοκού) και ένα μικρό τμήμα της Άρτας, ύστερα από πολύμηνες διαπραγματεύσεις με την Υψηλή Πύλη, προσαρτήθηκαν στο ελληνικό κράτος μόλις τον Απρίλιο του 1881(απελευθέρωση Δομοκού: 8η Αυγούστου 1881).
Οι απελευθερωτικοί εκείνοι αγώνες όλων των εποχών αποτέλεσαν τους χρυσούς κρίκους της αλυσίδας για την άρση του βαρύτατου οθωμανικού ζυγού της δουλείας 500 περίπου ετών και την απόκτηση της ατίμητης πολιτικής ελευθερίας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1.Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1961 τ.Α΄.
2.Χριστόφ. Περραιβού, Ελληνική Επανάστασις, Αθήνα 1956 τ. Α΄.
3.Γενική Εφημερίδα της Ελλάδας 3/1/1831
4.Θεόδ. Κ. Καρατζά, Ιστορία της Επαρχίας Δομοκού, Αθήνα 1962
5.Πρακτικά Συνεδρίου, Ιστορία και Πολιτισμός της Επαρχίας Δομοκού, Δομοκός 1997
6.Γενικά Αρχεία του Κράτους
7.Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια
8.Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν ΗΛΙΟΥ
9.Ι. Βορτσέλα, Φθιώτις, Αθήνα 1907
10.Λεξικό Ελευθερουδάκη, Αθήνα 1926
11.Εγκυκλοπαίδεια Επιστήμη και Ζωή
12.Λαογραφικά της Επαρχίας Δομοκού
13.Ν. Γεωργιάδη, Θεσσαλία
14.Τα Χρονικά της Επαρχίας Δομοκού.
Ήταν ο τελευταίος απελευθερωτικός αγώνας στην περιοχή Δομοκού, που υπαγόρευσαν οι συγκυρίες της εποχής εκείνης. Τα αντάρτικα σώματα της ελεύθερης και υπόδουλης πατρίδας κινήθηκαν, με καλύτερη, αυτή τη φορά, προετοιμασία, αρτιότερη οργάνωση και προσεκτικότερο συντονισμό ενεργειών, ώστε ν’ αποφευχθούν οι αποτυχίες του παρελθόντος.
Μεγάλη επαναστατική δραστηριότητα παρουσίασαν τα λεγόμενα καπετανάτα. Σημαντικό ήταν το καπετανάτο στο Νεοχώρι και στην Ανάβρα (Γούρα) που διοικούνταν: 1) από τον ιερέα του Νεοχωρίου Παπαδημήτρη Κανάκη, 2) το Βασίλη Κόκκινο από την Ομβριακή, 3) το Δημήτρη Αβαρτσιώτη ή Γουρνά από τη Μελιταία, και με γραμματέα το Δημήτρη Μάμμο από το Δομοκό. Ο ρόλος της τριμελούς επαναστατικής επιτροπής ήταν πολιτικός και στρατιωτικός, αλλά και συγχρόνως και συντονιστικός.
Έγιναν σπουδαίες μάχες στη θέση Στενά Λιθάρια έξω από το Δομοκό, την Ομβριακή και αλλού, απ’ όπου εξεδιώχθησαν οι Τούρκοι.
Ο οπλαρχηγός Φούντας, έβαλε φωτιά στο χωριό Πασαλί, κοντά στην Αγόριανη. Ένα επαναστατικό σώμα, όμως, εγκλωβίστηκε από τους Τούρκους, στη Βαρδαλή και οι ηρωικοί εκείνοι άντρες μη βρίσκοντας άλλον τρόπο διαφυγής, αντί να παραδοθούν, προτίμησαν να σκοτωθούν πολεμώντας.
Η δραστηριότητα εκείνη των επαναστατικών σωμάτων στην Ήπειρο, Θεσσαλία και Μακεδονία σε συνδυασμό και μ’ εκείνη του τακτικού στρατού με αρχηγό το Σκαρλάτο Σούτσο, που εισέβαλε στη Θεσσαλία στις 21 Ιανουαρίου 1878, ασφαλώς προκάλεσε το ευνοϊκό υπέρ της Ελλάδας και των υποδούλων κλίμα.
Στο ιστορικό χωριό Παλαμάς Δομοκού, πραγματοποιήθηκε στις 7 Μαρτίου 1878, μεγάλη σύναξη επαναστατών- πολεμιστών στο χώρο της εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου. Ύψωσαν την ελληνική σημαία, ορκίστηκαν με σύνθημα: Ελευθερία ή θάνατος, κήρυξαν την επανάσταση εναντίον των Τούρκων, όρισαν επταμελή επαναστατική επιτροπή και συνέταξαν προκήρυξη προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, εκλέγοντας Προσωρινή Διοίκηση της επαρχίας Δομοκού.
Η Πολιτεία για να τιμήσει, έστω και αργά, με τη συνεργασία των τοπικών συλλόγων κι άλλων παραγόντων, ως εκπλήρωση εθνικού χρέους, προέβη στην ανέγερση ανάλογου και αντάξιου προς την ηρωική πράξη, μνημείου στον ιστορικό αυτό χώρο, που φωτίζει και διαιωνίζει το υψηλό νόημα των αγώνων του έθνους για την κατάκτηση και τη διατήρηση της ελευθερίας του.
Το ευνοϊκό υπέρ της Ελλάδας και των υποδούλων κλίμα υλοποιήθηκε με τη σύγκληση συνεδρίου στο Βερολίνο των Μεγάλων Δυνάμεων υπό τον καγκελάριο Βίσμαρκ τον Ιούνιο του 1878. Το Συνέδριο του Βερολίνου (1878), ανέτρεψε τις ρυθμίσεις που προβλέπονταν στη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (Φεβρουάριος 1878), και περιόρισε τα σύνορα της Βουλγαρίας. Δυστυχώς η Μακεδονία, η Θράκη και η Ήπειρος παρέμειναν στην Τουρκία.
Η Θεσσαλία, (συνεπώς και η επαρχία Δομοκού) και ένα μικρό τμήμα της Άρτας, ύστερα από πολύμηνες διαπραγματεύσεις με την Υψηλή Πύλη, προσαρτήθηκαν στο ελληνικό κράτος μόλις τον Απρίλιο του 1881(απελευθέρωση Δομοκού: 8η Αυγούστου 1881).
Οι απελευθερωτικοί εκείνοι αγώνες όλων των εποχών αποτέλεσαν τους χρυσούς κρίκους της αλυσίδας για την άρση του βαρύτατου οθωμανικού ζυγού της δουλείας 500 περίπου ετών και την απόκτηση της ατίμητης πολιτικής ελευθερίας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1.Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1961 τ.Α΄.
2.Χριστόφ. Περραιβού, Ελληνική Επανάστασις, Αθήνα 1956 τ. Α΄.
3.Γενική Εφημερίδα της Ελλάδας 3/1/1831
4.Θεόδ. Κ. Καρατζά, Ιστορία της Επαρχίας Δομοκού, Αθήνα 1962
5.Πρακτικά Συνεδρίου, Ιστορία και Πολιτισμός της Επαρχίας Δομοκού, Δομοκός 1997
6.Γενικά Αρχεία του Κράτους
7.Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια
8.Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν ΗΛΙΟΥ
9.Ι. Βορτσέλα, Φθιώτις, Αθήνα 1907
10.Λεξικό Ελευθερουδάκη, Αθήνα 1926
11.Εγκυκλοπαίδεια Επιστήμη και Ζωή
12.Λαογραφικά της Επαρχίας Δομοκού
13.Ν. Γεωργιάδη, Θεσσαλία
14.Τα Χρονικά της Επαρχίας Δομοκού.
Κυριακή 12 Απριλίου 2009
Ιστορικές Διαδρομές-Νεοχώρι Δομοκού
3.Ο απελευθερωτικός αγώνας τα έτη 1866-1869
Με την ευκαιρία της έκρηξης της Κρητικής επανάστασης, το 1866, οι υπόδουλοι Θεσσαλοί, Ηπειρώτες και Μακεδόνες άρπαξαν και πάλι τα όπλα στα χέρια τους για την πολυπόθητη ελευθερία τους.
Ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης, ως υπουργός Εξωτερικών σε συνεννόηση και με το βασιλιά Γεώργιο Α΄ ασφαλώς, πρότειναν οργάνωση επανάστασης και προς τις παραπάνω περιοχές, όπου διατηρούνταν επαναστατικές εστίες για ΄΄πιθανό και προς τα εκεί κέρδος΄΄.
Κυρίως, όμως, ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος με το νεαρό τότε υπουργό Εξωτερικών Χαρίλαο Τρικούπη υπέθαλψαν εντατικότερη επαναστατική δραστηριότητα. Περιοριζόμαστε σε γεγονότα της περιοχής.
Ο Ζήσης Σωτηρίου, ένας λαμπρός πατριώτης, με τριάντα-30-ενόπλους συμπολεμιστές του, επιχειρεί να εισβάλει στις ΄΄κούλιες΄΄ (από εκεί πιθανόν και το σημερινό όνομα της θέσης Παλαιοκούλιας) των συνόρων, για να βοηθήσει τον απελευθερωτικό αγώνα της περιοχής Δομοκού, χωρίς να επιτύχει δυστυχώς η προσπάθειά του. Προέκυψε, μάλιστα, διπλωματικό ζήτημα για την ελληνική κυβέρνηση, με την κατηγορία ότι βοηθάει κι ενθαρρύνει τις επαναστάσεις.
Την άνοιξη του 1866 εκδηλώθηκε επαναστατική δραστηριότητα κυρίως γύρω από την Ανάβρα (Γούρα). Ένας σημαντικός οπλαρχηγός αναδείχτηκε τότε εκεί, ο Κυριάκος Καραμπάσης, με μερικές εκατοντάδες ενόπλους, αλλά και άλλοι, με συνέπεια να εντείνεται ο επαναστατικός αγώνας. Πολλές μάχες έγιναν υπό μορφή κλεφτοπολέμου καθ’ όλο το 1866 και στις αρχές του 1867 σε διάφορες τοποθεσίες, όπως στη Φιλιαδόνα, στους Κωφούς, στην Ανάβρα, στη Μελιταία, στο Μακρολίβαδο, στον Παλαμά κ.ά. Κυρίως στον Παλαμά έγινε σφοδρή μάχη, που κράτησε 5-7 ώρες, όπου διακρίθηκαν οι οπλαρχηγοί Κυρ. Καραμπάσης, Καλαμάρας και Βουλγαράκης. Στη μάχη σκοτώθηκαν-40-Τούρκοι και μόνο-2- Έλληνες Το δυσμενές όμως για την Ελλάδα και τότε ευρωπαϊκό πολιτικό κλίμα υπαγόρευε την κατάπαυση και εκείνου του απελευθερωτικού αγώνα. Η Ελλάδα υποχρεωνόταν να αποφύγει κάθε ενέργεια που θα ενίσχυε προσπάθειες επανάστασης στις κτήσεις του σουλτάνου. Η κυβέρνηση, καθώς η χώρα δεν ήταν προετοιμασμένη στρατιωτικά, αναγκάστηκε να συμμορφωθεί και τα επαναστατικά κινήματα τερματίστηκαν με την ικανοποίηση των αξιώσεων της Υψηλής Πύλης.
Με την ευκαιρία της έκρηξης της Κρητικής επανάστασης, το 1866, οι υπόδουλοι Θεσσαλοί, Ηπειρώτες και Μακεδόνες άρπαξαν και πάλι τα όπλα στα χέρια τους για την πολυπόθητη ελευθερία τους.
Ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης, ως υπουργός Εξωτερικών σε συνεννόηση και με το βασιλιά Γεώργιο Α΄ ασφαλώς, πρότειναν οργάνωση επανάστασης και προς τις παραπάνω περιοχές, όπου διατηρούνταν επαναστατικές εστίες για ΄΄πιθανό και προς τα εκεί κέρδος΄΄.
Κυρίως, όμως, ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος με το νεαρό τότε υπουργό Εξωτερικών Χαρίλαο Τρικούπη υπέθαλψαν εντατικότερη επαναστατική δραστηριότητα. Περιοριζόμαστε σε γεγονότα της περιοχής.
Ο Ζήσης Σωτηρίου, ένας λαμπρός πατριώτης, με τριάντα-30-ενόπλους συμπολεμιστές του, επιχειρεί να εισβάλει στις ΄΄κούλιες΄΄ (από εκεί πιθανόν και το σημερινό όνομα της θέσης Παλαιοκούλιας) των συνόρων, για να βοηθήσει τον απελευθερωτικό αγώνα της περιοχής Δομοκού, χωρίς να επιτύχει δυστυχώς η προσπάθειά του. Προέκυψε, μάλιστα, διπλωματικό ζήτημα για την ελληνική κυβέρνηση, με την κατηγορία ότι βοηθάει κι ενθαρρύνει τις επαναστάσεις.
Την άνοιξη του 1866 εκδηλώθηκε επαναστατική δραστηριότητα κυρίως γύρω από την Ανάβρα (Γούρα). Ένας σημαντικός οπλαρχηγός αναδείχτηκε τότε εκεί, ο Κυριάκος Καραμπάσης, με μερικές εκατοντάδες ενόπλους, αλλά και άλλοι, με συνέπεια να εντείνεται ο επαναστατικός αγώνας. Πολλές μάχες έγιναν υπό μορφή κλεφτοπολέμου καθ’ όλο το 1866 και στις αρχές του 1867 σε διάφορες τοποθεσίες, όπως στη Φιλιαδόνα, στους Κωφούς, στην Ανάβρα, στη Μελιταία, στο Μακρολίβαδο, στον Παλαμά κ.ά. Κυρίως στον Παλαμά έγινε σφοδρή μάχη, που κράτησε 5-7 ώρες, όπου διακρίθηκαν οι οπλαρχηγοί Κυρ. Καραμπάσης, Καλαμάρας και Βουλγαράκης. Στη μάχη σκοτώθηκαν-40-Τούρκοι και μόνο-2- Έλληνες Το δυσμενές όμως για την Ελλάδα και τότε ευρωπαϊκό πολιτικό κλίμα υπαγόρευε την κατάπαυση και εκείνου του απελευθερωτικού αγώνα. Η Ελλάδα υποχρεωνόταν να αποφύγει κάθε ενέργεια που θα ενίσχυε προσπάθειες επανάστασης στις κτήσεις του σουλτάνου. Η κυβέρνηση, καθώς η χώρα δεν ήταν προετοιμασμένη στρατιωτικά, αναγκάστηκε να συμμορφωθεί και τα επαναστατικά κινήματα τερματίστηκαν με την ικανοποίηση των αξιώσεων της Υψηλής Πύλης.
Τρίτη 7 Απριλίου 2009
Ιστορικές Διαδρομές-Νεοχώρι Δομοκού
2. Ο απελευθερωτικός αγώνας το 1854
Ο νέος απελευθερωτικός αγώνας του 1854 ξεκίνησε στις αρχές του έτους και είχε διάρκεια τεσσάρων -4- μηνών. Διοργανώθηκε ουσιαστικά από το βασιλιά Oθωνα με επιτελείς και πρωτεργάτες τους ζώντες ακόμη αγωνιστές του 1821. Οι στρατιωτικοί ηγέτες του 1821, Κίτσος Τζαβέλας, Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, Ευάγγελος Κοντογιάννης, Θεόδωρος Ζιάκας, Παπακώστας Τζαμάλας, Νικόλαος Φιλάρετος κ.ά., με τη δραστήρια και φλογερή συμμετοχή του Σπύρου Καραϊσκάκη, ανθυπολοχαγού και γιου του στρατάρχη της Ρούμελης Γεωργίου Καραϊσκάκη, του επιλοχία Νικ. Λεωτσάκου και των γενναίων οπλαρχηγών της Θεσσαλίας: Καταραχιά, Ζητουνιάτη, Φαρμάκη, Βελέντζα, Καραούλη και άλλων εξόρμησαν, με τα επαναστατικά τμήματά τους, για την απόκτηση της ελευθερίας.
Στις 16 Φεβρουαρίου 1854, ο οπλαρχηγός Γεώργιος Καταραχιάς εισέβαλε από το παραμεθόριο χωριό Ασβέστης στο τουρκικό έδαφος, έδιωξε την αλβανική φρουρά από 17 άντρες που υπήρχε στο χωριό Μακρυρράχη (Καΐτσα) και κατέβηκε στο θεσσαλικό κάμπο. Aλλοι οπλαρχηγοί κατέλαβαν χωριά του Δομοκού κι έφθασαν στις θεσσαλικές περιοχές (Δρανίστα, Σμόκοβο, Ανάβρα κ.ά.), όπου ύψωσαν την επαναστατική σημαία και προκάλεσαν ρίγη συγκίνησης και ενθουσιασμού στον υπόδουλο λαό.
Στις 19 Φεβρουαρίου 1854 έγινε σφοδρή μάχη στη Φιλιαδόνα (Χιλιαδού) μεταξύ των από-400-άντρες τμημάτων των οπλαρχηγών Θ. Δυοβουνιώτη, Ι. Καραχάλιου, και Π. Διστομίτη και της από-30-40-αλβανικής φρουράς και 70-Τούρκους στρατιώτες, τμήματος που προσέτρεξε σε βοήθεια. Οι Τούρκοι ηττήθηκαν και αποσύρθηκαν προς τα Φάρσαλα αφήνοντας πίσω -15- νεκρούς συντρόφους. Οι ίδιοι επαναστάτες συμπαραστατούμενοι και από πολλούς κατοίκους συνήψαν νέα μάχη στη θέση «Σάββα Βρύση», κοντά στο Νεοχώρι Δομοκού, εναντίον άλλων Τουρκαλβανών που έρχονταν από τον Αλμυρό.
Ο Ηπειρώτης Κώτσιος Καλλουτζής με τους άντρες του κατέλαβε το χωριό Παλαμάς Δομοκού και σ’ αυτό λίγο αργότερα συγκρότησε ο Ευάγγελος Χορμόβας, το από-300-περίπου Βορειοηπειρώτες «Σώμα Δήμου Λιούλια ». Οι αγωνιστές Αναγνώστης Ζητουνιάτης και Ευθύμιος Τσιμίδης κατέλαβαν την Ανάβρα (Γούρα) στις 19 Φεβρουαρίου και στη συνέχεια 21 Φεβρουαρίου τη Σκοπιά (Ταμπακλί), τη Μαντασιά και τη Σχισμάδα (Καραχασάνι). Ακόμη, κατέλαβαν στις 12 Μαρτίου τη Μελιταία (Αβαρίτσα) και τις Καρυές (Αλήφακα). Οι Τούρκοι βλέποντας τον κίνδυνο που προερχόταν από τους επαναστάτες, οχυρώνονται στο Δομοκό, την Ομβριακή, τα Φάρσαλα, τον Αλμυρό, τη Λάρισα κ.ά. Στο Δομοκό μάλιστα κατέφθασε και ο δερβέναγας Σουλεϊμάν μπέης Φράσαρης με πολλούς Τουρκαλβανούς και 400 νιζάμηδες από τον Αλμυρό.
Τελειώνουμε τον αγώνα εκείνον παρουσιάζοντας περιληπτικά τη μάχη στο Δομοκό και στο Θαυμακό (Σκάρμιτσα).
Ο Ευάγγελος Κοντογιάννης με 500 άντρες, ο Λεωνίδας Τράκας με 300 άντρες, ο Σιαφάκας με 350 άντρες, ο Ευάγγελος Μπαλατσός και άλλοι ανάγκασαν τους Τούρκους της Ομβριακής ν’ αποσυρθούν στο Δομοκό. Οι ίδιοι πολιόρκησαν το Δομοκό στις 28 Μαρτίου, μέσα στον οποίο ήταν 1.800 Τουρκαλβανοί με 600 τουρκικές οικογένειες και λίγες χριστιανικές.
Η προσέλευση στη συνέχεια των αντρών του Καλαμάρα-Τσουκαλά, του Ιωάννη Φαρμάκη με 200 άντρες από τη Ναύπακτο, του Γιουρούκου με 300 άντρες από την Κόρινθο, του Πλαστήρα και του Κασβίκη με Ευρυτάνες και άλλων ενίσχυσε τους πολιορκητές επαναστάτες.
Στις 10 Απριλίου, Μεγάλο Σάββατο, με αφορμή την αρπαγή μερικών προβάτων στο Πουρνάρι έγινε επτάωρη μάχη κοντά στο Δομοκό χωρίς όμως αποτέλεσμα, λόγω έλλειψης γενικότερου στρατηγικού σχεδίου και κακού συντονισμού των επαναστατικών δυνάμεων.
Στις 13 Απριλίου κατέφθασαν 1.000 επαναστάτες με αρχηγό το συνταγματάρχη Παπακώστα Τζαμάλα από τον Αλμυρό για ενίσχυση.
Στις 14 Απριλίου όμως εμφανίστηκαν, ερχόμενα από την Καρδίτσα, τουρκικά στρατεύματα από 4.200 άντρες, με ιππείς, άτακτα σώματα και με -4- κανόνια κατευθυνόμενα προς το Θαυμακό (Σκάρμιτσα) με αρχηγό το Ζεϊνέλ πασά και το Νουρεντίν πασά. Στο Θαυμακό (Σκάρμιτσα) ήταν οχυρωμένος ο Ευάγγελος Μ. Κοντογιάννης με 1.000 άντρες. Εκεί έλαβε χώρα άμεση σύγκρουση και έγινε φονική μάχη που κράτησε μέχρι αργά το βράδυ. Οι Τούρκοι έκαναν τρεις επιθέσεις (γιουρούσια), έριξαν -530- βολές πυροβολικού, αλλά στο τέλος δεν κατόρθωσαν να κάμψουν τους ηρωϊκούς άντρες του Κοντογιάννη και αφήνοντας -250- 300- άντρες τους νεκρούς αποσύρθηκαν για την επόμενη μέρα. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν και 200 Έλληνες, μεταξύ τους ο λοχαγός Ι. Βαϊρακτάρης, ο Ντούζος, ο Παπαγγέλης, δυο αδελφοί Μασουρόπουλοι και τρία εξαδέλφια από τη Ναύπακτο.
Τη νύχτα εκείνη, όμως, ο Ευάγγελος Κοντογιάννης, αναμετρώντας τις δυνάμεις του, βλέποντας την έλλειψη εφοδίων και την κόπωση των αντρών του, την εγκατάλειψη της πολιορκίας του Δομοκού από τους άλλους επαναστάτες προς την ανατολική και νότια πλευρά της πόλης και επί πλέον τον κίνδυνο εγκλωβισμού του, αναγκάστηκε να διατάξει υποχώρηση των αντρών του προς τα δυτικά εγκαταλείποντας κατ’ ανάγκη το ένδοξο πεδίο της μάχης. Αυτή ήταν η τελευταία μάχη στην περιοχή.
Η κατοχή του Πειραιά από τους Αγγλογάλλους και τα άλλα πολιτικά διπλωματικά γεγονότα προκάλεσαν την καταστολή του αγώνα του 1854. Η αγγλογαλλική κατοχή συνεχίστηκε ως το 1857, ενώ ο πόλεμος είχε λήξει με τη συνθήκη ειρήνης του Παρισιού (Μάρτιος 1856). Ο απελευθερωτικός κι αυτός αγώνας δυστυχώς, δε δικαιώθηκε και η δουλεία
συνεχίστηκε.
Ο νέος απελευθερωτικός αγώνας του 1854 ξεκίνησε στις αρχές του έτους και είχε διάρκεια τεσσάρων -4- μηνών. Διοργανώθηκε ουσιαστικά από το βασιλιά Oθωνα με επιτελείς και πρωτεργάτες τους ζώντες ακόμη αγωνιστές του 1821. Οι στρατιωτικοί ηγέτες του 1821, Κίτσος Τζαβέλας, Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, Ευάγγελος Κοντογιάννης, Θεόδωρος Ζιάκας, Παπακώστας Τζαμάλας, Νικόλαος Φιλάρετος κ.ά., με τη δραστήρια και φλογερή συμμετοχή του Σπύρου Καραϊσκάκη, ανθυπολοχαγού και γιου του στρατάρχη της Ρούμελης Γεωργίου Καραϊσκάκη, του επιλοχία Νικ. Λεωτσάκου και των γενναίων οπλαρχηγών της Θεσσαλίας: Καταραχιά, Ζητουνιάτη, Φαρμάκη, Βελέντζα, Καραούλη και άλλων εξόρμησαν, με τα επαναστατικά τμήματά τους, για την απόκτηση της ελευθερίας.
Στις 16 Φεβρουαρίου 1854, ο οπλαρχηγός Γεώργιος Καταραχιάς εισέβαλε από το παραμεθόριο χωριό Ασβέστης στο τουρκικό έδαφος, έδιωξε την αλβανική φρουρά από 17 άντρες που υπήρχε στο χωριό Μακρυρράχη (Καΐτσα) και κατέβηκε στο θεσσαλικό κάμπο. Aλλοι οπλαρχηγοί κατέλαβαν χωριά του Δομοκού κι έφθασαν στις θεσσαλικές περιοχές (Δρανίστα, Σμόκοβο, Ανάβρα κ.ά.), όπου ύψωσαν την επαναστατική σημαία και προκάλεσαν ρίγη συγκίνησης και ενθουσιασμού στον υπόδουλο λαό.
Στις 19 Φεβρουαρίου 1854 έγινε σφοδρή μάχη στη Φιλιαδόνα (Χιλιαδού) μεταξύ των από-400-άντρες τμημάτων των οπλαρχηγών Θ. Δυοβουνιώτη, Ι. Καραχάλιου, και Π. Διστομίτη και της από-30-40-αλβανικής φρουράς και 70-Τούρκους στρατιώτες, τμήματος που προσέτρεξε σε βοήθεια. Οι Τούρκοι ηττήθηκαν και αποσύρθηκαν προς τα Φάρσαλα αφήνοντας πίσω -15- νεκρούς συντρόφους. Οι ίδιοι επαναστάτες συμπαραστατούμενοι και από πολλούς κατοίκους συνήψαν νέα μάχη στη θέση «Σάββα Βρύση», κοντά στο Νεοχώρι Δομοκού, εναντίον άλλων Τουρκαλβανών που έρχονταν από τον Αλμυρό.
Ο Ηπειρώτης Κώτσιος Καλλουτζής με τους άντρες του κατέλαβε το χωριό Παλαμάς Δομοκού και σ’ αυτό λίγο αργότερα συγκρότησε ο Ευάγγελος Χορμόβας, το από-300-περίπου Βορειοηπειρώτες «Σώμα Δήμου Λιούλια ». Οι αγωνιστές Αναγνώστης Ζητουνιάτης και Ευθύμιος Τσιμίδης κατέλαβαν την Ανάβρα (Γούρα) στις 19 Φεβρουαρίου και στη συνέχεια 21 Φεβρουαρίου τη Σκοπιά (Ταμπακλί), τη Μαντασιά και τη Σχισμάδα (Καραχασάνι). Ακόμη, κατέλαβαν στις 12 Μαρτίου τη Μελιταία (Αβαρίτσα) και τις Καρυές (Αλήφακα). Οι Τούρκοι βλέποντας τον κίνδυνο που προερχόταν από τους επαναστάτες, οχυρώνονται στο Δομοκό, την Ομβριακή, τα Φάρσαλα, τον Αλμυρό, τη Λάρισα κ.ά. Στο Δομοκό μάλιστα κατέφθασε και ο δερβέναγας Σουλεϊμάν μπέης Φράσαρης με πολλούς Τουρκαλβανούς και 400 νιζάμηδες από τον Αλμυρό.
Τελειώνουμε τον αγώνα εκείνον παρουσιάζοντας περιληπτικά τη μάχη στο Δομοκό και στο Θαυμακό (Σκάρμιτσα).
Ο Ευάγγελος Κοντογιάννης με 500 άντρες, ο Λεωνίδας Τράκας με 300 άντρες, ο Σιαφάκας με 350 άντρες, ο Ευάγγελος Μπαλατσός και άλλοι ανάγκασαν τους Τούρκους της Ομβριακής ν’ αποσυρθούν στο Δομοκό. Οι ίδιοι πολιόρκησαν το Δομοκό στις 28 Μαρτίου, μέσα στον οποίο ήταν 1.800 Τουρκαλβανοί με 600 τουρκικές οικογένειες και λίγες χριστιανικές.
Η προσέλευση στη συνέχεια των αντρών του Καλαμάρα-Τσουκαλά, του Ιωάννη Φαρμάκη με 200 άντρες από τη Ναύπακτο, του Γιουρούκου με 300 άντρες από την Κόρινθο, του Πλαστήρα και του Κασβίκη με Ευρυτάνες και άλλων ενίσχυσε τους πολιορκητές επαναστάτες.
Στις 10 Απριλίου, Μεγάλο Σάββατο, με αφορμή την αρπαγή μερικών προβάτων στο Πουρνάρι έγινε επτάωρη μάχη κοντά στο Δομοκό χωρίς όμως αποτέλεσμα, λόγω έλλειψης γενικότερου στρατηγικού σχεδίου και κακού συντονισμού των επαναστατικών δυνάμεων.
Στις 13 Απριλίου κατέφθασαν 1.000 επαναστάτες με αρχηγό το συνταγματάρχη Παπακώστα Τζαμάλα από τον Αλμυρό για ενίσχυση.
Στις 14 Απριλίου όμως εμφανίστηκαν, ερχόμενα από την Καρδίτσα, τουρκικά στρατεύματα από 4.200 άντρες, με ιππείς, άτακτα σώματα και με -4- κανόνια κατευθυνόμενα προς το Θαυμακό (Σκάρμιτσα) με αρχηγό το Ζεϊνέλ πασά και το Νουρεντίν πασά. Στο Θαυμακό (Σκάρμιτσα) ήταν οχυρωμένος ο Ευάγγελος Μ. Κοντογιάννης με 1.000 άντρες. Εκεί έλαβε χώρα άμεση σύγκρουση και έγινε φονική μάχη που κράτησε μέχρι αργά το βράδυ. Οι Τούρκοι έκαναν τρεις επιθέσεις (γιουρούσια), έριξαν -530- βολές πυροβολικού, αλλά στο τέλος δεν κατόρθωσαν να κάμψουν τους ηρωϊκούς άντρες του Κοντογιάννη και αφήνοντας -250- 300- άντρες τους νεκρούς αποσύρθηκαν για την επόμενη μέρα. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν και 200 Έλληνες, μεταξύ τους ο λοχαγός Ι. Βαϊρακτάρης, ο Ντούζος, ο Παπαγγέλης, δυο αδελφοί Μασουρόπουλοι και τρία εξαδέλφια από τη Ναύπακτο.
Τη νύχτα εκείνη, όμως, ο Ευάγγελος Κοντογιάννης, αναμετρώντας τις δυνάμεις του, βλέποντας την έλλειψη εφοδίων και την κόπωση των αντρών του, την εγκατάλειψη της πολιορκίας του Δομοκού από τους άλλους επαναστάτες προς την ανατολική και νότια πλευρά της πόλης και επί πλέον τον κίνδυνο εγκλωβισμού του, αναγκάστηκε να διατάξει υποχώρηση των αντρών του προς τα δυτικά εγκαταλείποντας κατ’ ανάγκη το ένδοξο πεδίο της μάχης. Αυτή ήταν η τελευταία μάχη στην περιοχή.
Η κατοχή του Πειραιά από τους Αγγλογάλλους και τα άλλα πολιτικά διπλωματικά γεγονότα προκάλεσαν την καταστολή του αγώνα του 1854. Η αγγλογαλλική κατοχή συνεχίστηκε ως το 1857, ενώ ο πόλεμος είχε λήξει με τη συνθήκη ειρήνης του Παρισιού (Μάρτιος 1856). Ο απελευθερωτικός κι αυτός αγώνας δυστυχώς, δε δικαιώθηκε και η δουλεία
συνεχίστηκε.
Πέμπτη 2 Απριλίου 2009
Ιστορικές Διαδρομές-Νεοχώρι Δομοκού
Απελευθερωτικοί αγώνες της περιοχής μας που αναφέρονται και στο χωριό μας Νεοχώρι Δομοκού 1821-1878
1. Εισαγωγή
Από έγγραφα του Αρχείου των Αγωνιστών, διαπιστώνεται ότι πολλοί κάτοικοι της περιοχής πλαισίωσαν ως ένοπλοι όχι μόνο τους Κοντογιανναίους, αλλά και τον Αθανάσιο Διάκο, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τον αρχιστράτηγο της Ρούμελης Γεώργιο Καραϊσκάκη και συμμετείχαν στο θρίαμβο της Αράχωβας και στους αγώνες της Ακρόπολης μαζί με άλλους Ρουμελιώτες.
Μεγαλύτερη όμως ακτινοβολία στους κατοίκους της περιοχής είχε ο Μήτσος Κοντογιάννης, οπλαρχηγός της Υπάτης. Ακόμη και οι καπεταναίοι του Αλμυρού Βελέντζας, Μπασδέκης, Γριζάνος κ. ά. Προσέλκυσαν πολλούς κατοίκους της γειτονικής κυρίως πλευράς.
Βέβαια, ο Χουρσίτ πασάς που πολιορκούσε τότε τον Αλή Πασά στα Ιωάννινα, έστειλε εναντίον των επαναστατών -8000- πεζούς και -800– ιππείς με αρχηγούς τον Κιοσέ Μεχμέτ και τον Ομέρ Βρυώνη, για να καταπνίξουν την επανάσταση. Οι οπλαρχηγοί Δυοβουνιώτης, Πανουργιάς και Κοντογιάννης προσπάθησαν να παρεμποδίσουν το πέρασμα των Τούρκων προς τη Νότια Ελλάδα, στήνοντας καρτέρι στο χωριό Καλαμάκι (Δερβέν Φούρκας), οι οποίοι όμως αναγκάστηκαν μπροστά στο μεγάλο όγκο των Τούρκων να υποχωρήσουν προς την Οίτη.
Μια άλλη, κάπως γνωστή, μάχη έγινε κοντά στο χωριό Μακρυρράχη (Καΐτσα) τον Ιούλιο του 1821, στην οποία έλαβαν μέρος πολλοί κάτοικοι του χωριού (γνωστοί από τα Αρχεία τους) και εκδίωξαν τους Κονιάρους. Η ελευθερία δεν ήρθε, όμως, και οι αγώνες έπρεπε να συνεχιστούν.
Οι κάτοικοι της επαρχίας-περιφέρειας Δομοκού, γεωργοί και κτηνοτρόφοι, πιστοί και ευσυνείδητοι, σεμνοί αγωνιστές της ζωής και της ελευθερίας, καταδικάστηκαν να συνεχίσουν τη ζωή της δουλείας, έτοιμοι πάντα για νέες εξορμήσεις. Στα μαύρα και πολυτάραχα χρόνια της σκλαβιάς, η ψυχή τους πλημμυρισμένη απ’ το θείο κρασί της πίστης, αδιάφορη στις δοκιμασίες, έμεινε αδούλωτη και ολοφώτεινη. Ιδανικοί και πονεμένοι, γενναίοι και περήφανοι, κράτησαν σταθερή τη δάδα της τραγικής πορείας τους μέσα στο χρόνο.
1. Εισαγωγή
Από έγγραφα του Αρχείου των Αγωνιστών, διαπιστώνεται ότι πολλοί κάτοικοι της περιοχής πλαισίωσαν ως ένοπλοι όχι μόνο τους Κοντογιανναίους, αλλά και τον Αθανάσιο Διάκο, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τον αρχιστράτηγο της Ρούμελης Γεώργιο Καραϊσκάκη και συμμετείχαν στο θρίαμβο της Αράχωβας και στους αγώνες της Ακρόπολης μαζί με άλλους Ρουμελιώτες.
Μεγαλύτερη όμως ακτινοβολία στους κατοίκους της περιοχής είχε ο Μήτσος Κοντογιάννης, οπλαρχηγός της Υπάτης. Ακόμη και οι καπεταναίοι του Αλμυρού Βελέντζας, Μπασδέκης, Γριζάνος κ. ά. Προσέλκυσαν πολλούς κατοίκους της γειτονικής κυρίως πλευράς.
Βέβαια, ο Χουρσίτ πασάς που πολιορκούσε τότε τον Αλή Πασά στα Ιωάννινα, έστειλε εναντίον των επαναστατών -8000- πεζούς και -800– ιππείς με αρχηγούς τον Κιοσέ Μεχμέτ και τον Ομέρ Βρυώνη, για να καταπνίξουν την επανάσταση. Οι οπλαρχηγοί Δυοβουνιώτης, Πανουργιάς και Κοντογιάννης προσπάθησαν να παρεμποδίσουν το πέρασμα των Τούρκων προς τη Νότια Ελλάδα, στήνοντας καρτέρι στο χωριό Καλαμάκι (Δερβέν Φούρκας), οι οποίοι όμως αναγκάστηκαν μπροστά στο μεγάλο όγκο των Τούρκων να υποχωρήσουν προς την Οίτη.
Μια άλλη, κάπως γνωστή, μάχη έγινε κοντά στο χωριό Μακρυρράχη (Καΐτσα) τον Ιούλιο του 1821, στην οποία έλαβαν μέρος πολλοί κάτοικοι του χωριού (γνωστοί από τα Αρχεία τους) και εκδίωξαν τους Κονιάρους. Η ελευθερία δεν ήρθε, όμως, και οι αγώνες έπρεπε να συνεχιστούν.
Οι κάτοικοι της επαρχίας-περιφέρειας Δομοκού, γεωργοί και κτηνοτρόφοι, πιστοί και ευσυνείδητοι, σεμνοί αγωνιστές της ζωής και της ελευθερίας, καταδικάστηκαν να συνεχίσουν τη ζωή της δουλείας, έτοιμοι πάντα για νέες εξορμήσεις. Στα μαύρα και πολυτάραχα χρόνια της σκλαβιάς, η ψυχή τους πλημμυρισμένη απ’ το θείο κρασί της πίστης, αδιάφορη στις δοκιμασίες, έμεινε αδούλωτη και ολοφώτεινη. Ιδανικοί και πονεμένοι, γενναίοι και περήφανοι, κράτησαν σταθερή τη δάδα της τραγικής πορείας τους μέσα στο χρόνο.
Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009
Ιστορική Αναδρομή Νεοχώρι Δομοκού
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΝΕΟΧΩΡΙΟΥ ΔΟΜΟΚΟΥ
Σήμερα πνιγμένο μέσα στο πράσινο και σε υψόμετρο 720 μέτρων περίπου το Νεοχώρι βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Όθρυς (μυθικό βουνό γνωστό με τις μάχες των Τιτάνων). Απέχει από τη Λαμία 41 χιλιόμετρα.
Περίπου λίγο πριν το 1800 έχουμε τα πρώτα δείγματα κατοίκησης του χωριού. Παλαιότερα υπήρχαν τρεις οικισμοί στα όρια του δάσους Νεοχωρίου που οι Τούρκοι πιθανόν τους ανάγκασαν να συγκεντρωθούν σε αυτή τη θέση που βρίσκεται το χωριό σήμερα. Έτσι μπόρεσαν να τους ελέγξουν και να σταματήσουν τις επιδρομές από τους ληστές οι οποίοι ζούσαν μέσα στο πυκνό δάσος της περιοχής αυτής.
Οι Νεοχωρίτες πήραν μέρος σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες. Είναι γνωστά τα ονόματα του χωριού μας που πήραν μέρος στην Επανάσταση κατά των Τούρκων το 1878 λίγο πριν την απελευθέρωση (1881).
Το παρόν έδωσαν οι Νεοχωρίτες και στους Βαλκανικούς πολέμους και μετέπειτα στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο με πολλές απώλειες.
Τραγική στιγμή ήταν το κάψιμο του χωριού στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο από τους Ιταλούς και η εγκατάσταση αυτών στη Λαμία.
Με νέο ξεκίνημα το 1950 επιστρέφοντας στο χωριό οι Νεοχωρίτες ξαναδημιουργήθηκαν μέσα από τις στάχτες. Μέχρι που η Χούντα το 1967 και μετά τους ανάγκασε όλους στην εσωτερική μετανάστευση. Με στρατιωτικό νόμο απαγόρευσε την κοπή ξύλων από το ΄΄Συνιδιόκτητο΄΄ δάσος. Τα οποία μετέφεραν με τα ζώα τους στα φούρνια της Λαμίας. Από αυτή τη δουλειά έβγαζαν λίγα χρήματα τα ΄΄προς το ζην ΄΄ πολλοί χωριανοί!!!!
Λίγοι μόνιμοι κάτοικοι έμειναν από εκεί και πέρα. Μετά την μεταπολίτευση είχε αδειάσει το χωριό. Περισσότεροι εγκαταστάθηκαν ξανά στη Λαμία και άλλοι έφυγαν για την Αθήνα.
Σήμερα το Νεοχώρι με το πολύ καλό κλίμα και τη δροσιά που διαθέτει τους καλοκαιρινούς μήνες, αποτελεί τα τελευταία χρόνια τόπος ξεκούρασης και διακοπών των ντόπιων για αρκετές μέρες. Αφού πολλοί είναι εκείνοι που έχουν ανακαινίσει τα σπίτια τους και με τα καινούργια που έγιναν, έχουν αλλάξει την όψη του χωριού. Κάθε καλοκαίρι σφύζει από ζωή, με πολλά παιδιά να παίζουν στη πλατεία.
Με τη βοήθεια του δραστήριου Πολιτιστικού Συλλόγου το καλοκαίρι στο χωριό γίνονται πολλές εκδηλώσεις με στόχο να φέρει τους νέους ανθρώπους αλλά και τους μεγάλους κοντά στις ρίζες τους. Ο σκοπός είναι να διαδώσει στους νέους τα ήθη και έθιμα των προγόνων τους. Αποκορύφωμα των εκδηλώσεων είναι ο χορός που γίνεται περίπου στο τέλος Ιουλίου έως αρχές Αυγούστου κάθε χρόνο στη πλατεία του χωριού που μαζεύει πάνω από 1500 άτομα και το γλέντι κρατάει μέχρι το πρωί. Καθώς επίσης και το παραδοσιακό πανηγύρι ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου στο εκκλησάκι της Παναγιάς που γίνεται κάτω από τη δροσιά των δέντρων σε ένα χώρο απείρου κάλλους. Ο οποίος χώρος και με την διαμόρφωση της Ανάβρας τα τελευταία χρόνια από τον Πολιτιστικό Σύλλογο έχει αναβαθμιστεί αρκετά. Δεν φτάνει όμως μόνο αυτό χρειάζεται και άλλες επεμβάσεις π.χ. με τα τσιμεντένια τραπέζια, ώστε να μην αλλοιώνεται η αισθητική του περιβάλλοντος χώρου.
Το Νεοχώρι αποτελεί σήμερα ένα από τα Δημοτικά Διαμερίσματα του Δήμου Δομοκού. Απέχει από το Δομοκό περίπου 33 χιλιόμετρα και σύμφωνα με τις εκλογές τα τελευταία χρόνια μετά τη συνένωση με τον Καποδίστρια συμμετέχει στο Δ.Σ. του Δήμου πάντα με εκλεγμένους 2 Δημοτικούς Συμβούλους Νεοχωρίτες. Από τη συνένωση αυτή το χωριό έχει ωφεληθεί πάρα πολύ, σε όλους τους τομείς.
Τέλος το Δάσος ΄΄Σαναϊλας΄΄ που αγόρασαν οι πρόγονοί μας από τους Οθωμανούς Φεουδάρχες είναι από τα μεγάλα περιουσιακά στοιχεία (συνιδιόκτητο που ανήκει στην ολότητα των κατοίκων Νεοχωρίου). Ότι απέμεινε από την ανεξέλικτη υπερεκμετάλλευση της ξυλείας από τους εμπόρους με την αδιαφορία του συνεταιρισμού…. Είναι ο μοναδικός πλούτος και η μεγάλη κληρονομιά. Εδώ μπαίνει ένα πρόβλημα προς όλους μας για το ΄΄τι΄΄ τελικά θα αφήσουμε σαν παρακαταθήκη για το μέλλον των παιδιών μας;
Σήμερα πνιγμένο μέσα στο πράσινο και σε υψόμετρο 720 μέτρων περίπου το Νεοχώρι βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Όθρυς (μυθικό βουνό γνωστό με τις μάχες των Τιτάνων). Απέχει από τη Λαμία 41 χιλιόμετρα.
Περίπου λίγο πριν το 1800 έχουμε τα πρώτα δείγματα κατοίκησης του χωριού. Παλαιότερα υπήρχαν τρεις οικισμοί στα όρια του δάσους Νεοχωρίου που οι Τούρκοι πιθανόν τους ανάγκασαν να συγκεντρωθούν σε αυτή τη θέση που βρίσκεται το χωριό σήμερα. Έτσι μπόρεσαν να τους ελέγξουν και να σταματήσουν τις επιδρομές από τους ληστές οι οποίοι ζούσαν μέσα στο πυκνό δάσος της περιοχής αυτής.
Οι Νεοχωρίτες πήραν μέρος σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες. Είναι γνωστά τα ονόματα του χωριού μας που πήραν μέρος στην Επανάσταση κατά των Τούρκων το 1878 λίγο πριν την απελευθέρωση (1881).
Το παρόν έδωσαν οι Νεοχωρίτες και στους Βαλκανικούς πολέμους και μετέπειτα στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο με πολλές απώλειες.
Τραγική στιγμή ήταν το κάψιμο του χωριού στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο από τους Ιταλούς και η εγκατάσταση αυτών στη Λαμία.
Με νέο ξεκίνημα το 1950 επιστρέφοντας στο χωριό οι Νεοχωρίτες ξαναδημιουργήθηκαν μέσα από τις στάχτες. Μέχρι που η Χούντα το 1967 και μετά τους ανάγκασε όλους στην εσωτερική μετανάστευση. Με στρατιωτικό νόμο απαγόρευσε την κοπή ξύλων από το ΄΄Συνιδιόκτητο΄΄ δάσος. Τα οποία μετέφεραν με τα ζώα τους στα φούρνια της Λαμίας. Από αυτή τη δουλειά έβγαζαν λίγα χρήματα τα ΄΄προς το ζην ΄΄ πολλοί χωριανοί!!!!
Λίγοι μόνιμοι κάτοικοι έμειναν από εκεί και πέρα. Μετά την μεταπολίτευση είχε αδειάσει το χωριό. Περισσότεροι εγκαταστάθηκαν ξανά στη Λαμία και άλλοι έφυγαν για την Αθήνα.
Σήμερα το Νεοχώρι με το πολύ καλό κλίμα και τη δροσιά που διαθέτει τους καλοκαιρινούς μήνες, αποτελεί τα τελευταία χρόνια τόπος ξεκούρασης και διακοπών των ντόπιων για αρκετές μέρες. Αφού πολλοί είναι εκείνοι που έχουν ανακαινίσει τα σπίτια τους και με τα καινούργια που έγιναν, έχουν αλλάξει την όψη του χωριού. Κάθε καλοκαίρι σφύζει από ζωή, με πολλά παιδιά να παίζουν στη πλατεία.
Με τη βοήθεια του δραστήριου Πολιτιστικού Συλλόγου το καλοκαίρι στο χωριό γίνονται πολλές εκδηλώσεις με στόχο να φέρει τους νέους ανθρώπους αλλά και τους μεγάλους κοντά στις ρίζες τους. Ο σκοπός είναι να διαδώσει στους νέους τα ήθη και έθιμα των προγόνων τους. Αποκορύφωμα των εκδηλώσεων είναι ο χορός που γίνεται περίπου στο τέλος Ιουλίου έως αρχές Αυγούστου κάθε χρόνο στη πλατεία του χωριού που μαζεύει πάνω από 1500 άτομα και το γλέντι κρατάει μέχρι το πρωί. Καθώς επίσης και το παραδοσιακό πανηγύρι ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου στο εκκλησάκι της Παναγιάς που γίνεται κάτω από τη δροσιά των δέντρων σε ένα χώρο απείρου κάλλους. Ο οποίος χώρος και με την διαμόρφωση της Ανάβρας τα τελευταία χρόνια από τον Πολιτιστικό Σύλλογο έχει αναβαθμιστεί αρκετά. Δεν φτάνει όμως μόνο αυτό χρειάζεται και άλλες επεμβάσεις π.χ. με τα τσιμεντένια τραπέζια, ώστε να μην αλλοιώνεται η αισθητική του περιβάλλοντος χώρου.
Το Νεοχώρι αποτελεί σήμερα ένα από τα Δημοτικά Διαμερίσματα του Δήμου Δομοκού. Απέχει από το Δομοκό περίπου 33 χιλιόμετρα και σύμφωνα με τις εκλογές τα τελευταία χρόνια μετά τη συνένωση με τον Καποδίστρια συμμετέχει στο Δ.Σ. του Δήμου πάντα με εκλεγμένους 2 Δημοτικούς Συμβούλους Νεοχωρίτες. Από τη συνένωση αυτή το χωριό έχει ωφεληθεί πάρα πολύ, σε όλους τους τομείς.
Τέλος το Δάσος ΄΄Σαναϊλας΄΄ που αγόρασαν οι πρόγονοί μας από τους Οθωμανούς Φεουδάρχες είναι από τα μεγάλα περιουσιακά στοιχεία (συνιδιόκτητο που ανήκει στην ολότητα των κατοίκων Νεοχωρίου). Ότι απέμεινε από την ανεξέλικτη υπερεκμετάλλευση της ξυλείας από τους εμπόρους με την αδιαφορία του συνεταιρισμού…. Είναι ο μοναδικός πλούτος και η μεγάλη κληρονομιά. Εδώ μπαίνει ένα πρόβλημα προς όλους μας για το ΄΄τι΄΄ τελικά θα αφήσουμε σαν παρακαταθήκη για το μέλλον των παιδιών μας;
Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009
Πέμπτη 12 Μαρτίου 2009
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









