Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

Ιστορικές Διαδρομές-Νεοχώρι Δομοκού


2. Ο απελευθερωτικός αγώνας το 1854

Ο νέος απελευθερωτικός αγώνας του 1854 ξεκίνησε στις αρχές του έτους και είχε διάρκεια τεσσάρων -4- μηνών. Διοργανώθηκε ουσιαστικά από το βασιλιά Oθωνα με επιτελείς και πρωτεργάτες τους ζώντες ακόμη αγωνιστές του 1821. Οι στρατιωτικοί ηγέτες του 1821, Κίτσος Τζαβέλας, Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, Ευάγγελος Κοντογιάννης, Θεόδωρος Ζιάκας, Παπακώστας Τζαμάλας, Νικόλαος Φιλάρετος κ.ά., με τη δραστήρια και φλογερή συμμετοχή του Σπύρου Καραϊσκάκη, ανθυπολοχαγού και γιου του στρατάρχη της Ρούμελης Γεωργίου Καραϊσκάκη, του επιλοχία Νικ. Λεωτσάκου και των γενναίων οπλαρχηγών της Θεσσαλίας: Καταραχιά, Ζητουνιάτη, Φαρμάκη, Βελέντζα, Καραούλη και άλλων εξόρμησαν, με τα επαναστατικά τμήματά τους, για την απόκτηση της ελευθερίας.
Στις 16 Φεβρουαρίου 1854, ο οπλαρχηγός Γεώργιος Καταραχιάς εισέβαλε από το παραμεθόριο χωριό Ασβέστης στο τουρκικό έδαφος, έδιωξε την αλβανική φρουρά από 17 άντρες που υπήρχε στο χωριό Μακρυρράχη (Καΐτσα) και κατέβηκε στο θεσσαλικό κάμπο. Aλλοι οπλαρχηγοί κατέλαβαν χωριά του Δομοκού κι έφθασαν στις θεσσαλικές περιοχές (Δρανίστα, Σμόκοβο, Ανάβρα κ.ά.), όπου ύψωσαν την επαναστατική σημαία και προκάλεσαν ρίγη συγκίνησης και ενθουσιασμού στον υπόδουλο λαό.
Στις 19 Φεβρουαρίου 1854 έγινε σφοδρή μάχη στη Φιλιαδόνα (Χιλιαδού) μεταξύ των από-400-άντρες τμημάτων των οπλαρχηγών Θ. Δυοβουνιώτη, Ι. Καραχάλιου, και Π. Διστομίτη και της από-30-40-αλβανικής φρουράς και 70-Τούρκους στρατιώτες, τμήματος που προσέτρεξε σε βοήθεια. Οι Τούρκοι ηττήθηκαν και αποσύρθηκαν προς τα Φάρσαλα αφήνοντας πίσω -15- νεκρούς συντρόφους. Οι ίδιοι επαναστάτες συμπαραστατούμενοι και από πολλούς κατοίκους συνήψαν νέα μάχη στη θέση «Σάββα Βρύση», κοντά στο Νεοχώρι Δομοκού, εναντίον άλλων Τουρκαλβανών που έρχονταν από τον Αλμυρό.
Ο Ηπειρώτης Κώτσιος Καλλουτζής με τους άντρες του κατέλαβε το χωριό Παλαμάς Δομοκού και σ’ αυτό λίγο αργότερα συγκρότησε ο Ευάγγελος Χορμόβας, το από-300-περίπου Βορειοηπειρώτες «Σώμα Δήμου Λιούλια ». Οι αγωνιστές Αναγνώστης Ζητουνιάτης και Ευθύμιος Τσιμίδης κατέλαβαν την Ανάβρα (Γούρα) στις 19 Φεβρουαρίου και στη συνέχεια 21 Φεβρουαρίου τη Σκοπιά (Ταμπακλί), τη Μαντασιά και τη Σχισμάδα (Καραχασάνι). Ακόμη, κατέλαβαν στις 12 Μαρτίου τη Μελιταία (Αβαρίτσα) και τις Καρυές (Αλήφακα). Οι Τούρκοι βλέποντας τον κίνδυνο που προερχόταν από τους επαναστάτες, οχυρώνονται στο Δομοκό, την Ομβριακή, τα Φάρσαλα, τον Αλμυρό, τη Λάρισα κ.ά. Στο Δομοκό μάλιστα κατέφθασε και ο δερβέναγας Σουλεϊμάν μπέης Φράσαρης με πολλούς Τουρκαλβανούς και 400 νιζάμηδες από τον Αλμυρό.
Τελειώνουμε τον αγώνα εκείνον παρουσιάζοντας περιληπτικά τη μάχη στο Δομοκό και στο Θαυμακό (Σκάρμιτσα).
Ο Ευάγγελος Κοντογιάννης με 500 άντρες, ο Λεωνίδας Τράκας με 300 άντρες, ο Σιαφάκας με 350 άντρες, ο Ευάγγελος Μπαλατσός και άλλοι ανάγκασαν τους Τούρκους της Ομβριακής ν’ αποσυρθούν στο Δομοκό. Οι ίδιοι πολιόρκησαν το Δομοκό στις 28 Μαρτίου, μέσα στον οποίο ήταν 1.800 Τουρκαλβανοί με 600 τουρκικές οικογένειες και λίγες χριστιανικές.
Η προσέλευση στη συνέχεια των αντρών του Καλαμάρα-Τσουκαλά, του Ιωάννη Φαρμάκη με 200 άντρες από τη Ναύπακτο, του Γιουρούκου με 300 άντρες από την Κόρινθο, του Πλαστήρα και του Κασβίκη με Ευρυτάνες και άλλων ενίσχυσε τους πολιορκητές επαναστάτες.
Στις 10 Απριλίου, Μεγάλο Σάββατο, με αφορμή την αρπαγή μερικών προβάτων στο Πουρνάρι έγινε επτάωρη μάχη κοντά στο Δομοκό χωρίς όμως αποτέλεσμα, λόγω έλλειψης γενικότερου στρατηγικού σχεδίου και κακού συντονισμού των επαναστατικών δυνάμεων.
Στις 13 Απριλίου κατέφθασαν 1.000 επαναστάτες με αρχηγό το συνταγματάρχη Παπακώστα Τζαμάλα από τον Αλμυρό για ενίσχυση.
Στις 14 Απριλίου όμως εμφανίστηκαν, ερχόμενα από την Καρδίτσα, τουρκικά στρατεύματα από 4.200 άντρες, με ιππείς, άτακτα σώματα και με -4- κανόνια κατευθυνόμενα προς το Θαυμακό (Σκάρμιτσα) με αρχηγό το Ζεϊνέλ πασά και το Νουρεντίν πασά. Στο Θαυμακό (Σκάρμιτσα) ήταν οχυρωμένος ο Ευάγγελος Μ. Κοντογιάννης με 1.000 άντρες. Εκεί έλαβε χώρα άμεση σύγκρουση και έγινε φονική μάχη που κράτησε μέχρι αργά το βράδυ. Οι Τούρκοι έκαναν τρεις επιθέσεις (γιουρούσια), έριξαν -530- βολές πυροβολικού, αλλά στο τέλος δεν κατόρθωσαν να κάμψουν τους ηρωϊκούς άντρες του Κοντογιάννη και αφήνοντας -250- 300- άντρες τους νεκρούς αποσύρθηκαν για την επόμενη μέρα. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν και 200 Έλληνες, μεταξύ τους ο λοχαγός Ι. Βαϊρακτάρης, ο Ντούζος, ο Παπαγγέλης, δυο αδελφοί Μασουρόπουλοι και τρία εξαδέλφια από τη Ναύπακτο.
Τη νύχτα εκείνη, όμως, ο Ευάγγελος Κοντογιάννης, αναμετρώντας τις δυνάμεις του, βλέποντας την έλλειψη εφοδίων και την κόπωση των αντρών του, την εγκατάλειψη της πολιορκίας του Δομοκού από τους άλλους επαναστάτες προς την ανατολική και νότια πλευρά της πόλης και επί πλέον τον κίνδυνο εγκλωβισμού του, αναγκάστηκε να διατάξει υποχώρηση των αντρών του προς τα δυτικά εγκαταλείποντας κατ’ ανάγκη το ένδοξο πεδίο της μάχης. Αυτή ήταν η τελευταία μάχη στην περιοχή.
Η κατοχή του Πειραιά από τους Αγγλογάλλους και τα άλλα πολιτικά διπλωματικά γεγονότα προκάλεσαν την καταστολή του αγώνα του 1854. Η αγγλογαλλική κατοχή συνεχίστηκε ως το 1857, ενώ ο πόλεμος είχε λήξει με τη συνθήκη ειρήνης του Παρισιού (Μάρτιος 1856). Ο απελευθερωτικός κι αυτός αγώνας δυστυχώς, δε δικαιώθηκε και η δουλεία
συνεχίστηκε.